Η απορρύθμιση της εκπαιδευτικής και ερευνητικής λειτουργίας του πανεπιστημίου και η μεταλλαγή του ακαδημαϊκού και δημόσιου χαρακτήρα του
Λάζαρος Απέκης
Αναπληρωτής Καθηγητής ΕΜΠ
Αθήνα
Μάϊος 2001
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Οι κρίσεις και οι απόψεις που διατυπώνονται στον παρόν κείμενο εκφράζουν τη βαθιά ανησυχία που διακατέχει τον γράφοντα, ως ενεργό μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας και ως πολίτη, για τις συνέπειες που έχουν, και εκτιμάται ότι θα έχουν στο άμεσο μέλλον, μια σειρά συστηματικών μεγάλων παρεμβάσεων στους θεσμούς, τις λειτουργίες, το ρόλο και τη χρηματοδότηση του ελληνικού Πανεπιστημίου. Με τις παρεμβάσεις αυτές απορρυθμίζεται η εκπαιδευτική και ερευνητική λειτουργία του πανεπιστημίου και μεταλλάσσεται ο ακαδημαϊκός και δημόσιος χαρακτήρας του και, όπως δυστυχώς διαφαίνεται, αποδίδεται ένας ρόλος περιφερειακός στο εκπαιδευτικό και ερευνητικό σύστημα της χώρας.
Οι μεγάλες αυτές παρεμβάσεις αποτελούν την ελληνική εκδοχή των ενεργειών και των μέτρων με τα οποία η κυρίαρχη στην Ευρώπη νεοφιλελεύθερη πολιτική επιχειρεί, με προκρούστειο τρόπο, να αναμορφώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την επιστημονική έρευνα.Οι απόψεις που εκτίθενται εδώ έχουν αναδειχθεί στο πλαίσιο μακρόχρονης ενεργού συμμετοχής στις λειτουργίες του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, σε συνεργασία με αγαπητούς συναδέλφους, τους οποίους ελπίζω ότι εκφράζουν.
Ελπίζω ότι η προϊούσα αποδιοργάνωση της συλλογικότητας στο πανεπιστήμιο δεν έχει ακόμη φτάσει σε μη αντιστρεπτό επίπεδο.
Είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρξει συγκροτημένη αντιπαράθεση για να αποτραπούν η απορρύθμιση και η περιθωριοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων που επιτελούνται στο πλαίσιο του «εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας».
Οι πρόσφατες εξελίξεις (όπως η γενικευμένη αντίδραση στην προκλητική ακύρωση κοινωνικών κατακτήσεων μέσω του «ασφαλιστικού» ή οι κινητοποιήσεις με αφορμή το νομοσχέδιο για τα ΤΕΙ) δείχνουν ότι αυτές οι επιλογές δεν είναι μονόδρομος, ούτε για τη χώρα μας, αλλά ούτε και για την Ευρώπη.
Αθήνα, Ιούνιος 2001Λάζαρος Απέκης
Σημείωση:Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν κείμενο απετέλεσαν τον κορμό εισήγησης στην ημερίδα εργασίας της Εταιρείας πολιτικού προβληματισμού Νίκος Πουλαντζάς, με θέμα «Η διακήρυξη της Μπολόνια», Αθήνα 26 Μαίου 2001. Ευχαριστώ την Εταιρεία πολιτικού προβληματισμού Νίκος Πουλαντζάς που μου προσέφερε φιλόξενο βήμα έκφρασης και ανέλαβε την έκδοση αυτού του κειμένου.
Το παρόν κείμενο περιέχει απόψεις που διατυπώθηκαν ως εισήγηση στο 8ο Επιστημονικό Συνέδριο με τίτλο «Ιδεολογικά ρεύματα και τάσεις της διανόησης στη σημερινή Ελλάδα», Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, 28-31 Μαρτίου 2001, Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Πίνακας περιεχομένων
Ι. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο των μεγάλων παρεμβάσεων στην εκπαίδευση και την έρευναΙ.1 Ο «Ευρωπαϊκός χώρος της ανώτατης εκπαίδευσης»,II. Οι μεγάλες παρεμβάσεις στο χαρακτήρα και το ρόλο του ελληνικού πανεπιστημίουΙ.2 Ο «Ευρωπαϊκός χώρος έρευνας»
ΙΙ.1 Έκθεση του ΟΟΣΑ για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα (ΥΠΕΠΘ 1995).III. Οι εξελίξεις στην πανεπιστημιακή ερευνα και οι συνέπειες τους στη λειτουργία του πανεπιστημίου.ΙΙ.2 «Εκπαίδευση 2000- για μια παιδεία ανοικτών οριζόντων» (ΥΠΕΠΘ 1997)
ΙΙ.3 Διατμηματικά προγράμματα προπτυχιακών σπουδών (νέος νόμος).
ΙΙ.4 Προγράμματα σπουδών επιλογής (ΠΣΕ).
ΙΙ.5 ΕΠΑΕΚ Ι (1994-1999):
ΙΙ.5.1 Η «αναμόρφωση των προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών» ΙΙ.6 ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ (2000-2006):ΙΙ.5.2 Τα «μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών»
ΙΙ.5.3 Η «διεύρυνση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης»
ΙΙ.5.4 Η ενεργοποίηση και λειτουργία μηχανισμών των μεγάλων εγκαταστάσεων κυρίως «δικτύων και βιβλιοθηκών».
ΙΙ.7 Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης (Β΄και Γ΄ΚΠΣ) και τριτοβάθμια εκπαίδευση ΙΙ.6.1 «Ένταξη των πανεπιστημίων στο Γ΄ΚΠΣ», ΥΠΕΠΘ 1999. ΙΙ.6.2 Αναμόρφωση προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών.
ΙΙ.6.3 Διαμόρφωση προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών
ΙΙ.6.4 Αξιολόγηση της ποιότητας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
ΙΙ.8 Σχέδιο νόμου για το «Εθνικό σύστημα αξιολόγησης της ποιότητας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης».
ΙΙ.9 Η ένταξη της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο πλαίσιο της «διακήρυξης της Μπολώνια»
ΙΙ.10 Η διακήρυξη της Μπολώνια (πολιτική συμφωνία Πράγας) ΙΙ.9.1 Νομοθέτηση, ελληνική, της οδηγίας ΕΕ 89/48 για την αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων μετά από τριετείς μεταλυκειακές σπουδές στην ευρωπαϊκή ένωση ΙΙ.9.2 Η «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ και οι ορατές συνέπειες στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση
ΙΙ.9.3 Με ποιά μέσα και βήματα το ΥΠΕΠΘ επιβάλλει στην εκπαίδευση το πλαίσιο της «διακήρυξης της Μπολώνια»
ΙΙ.10.1 Τι συμφωνήθηκε και τι εκφράζει το πνεύμα της «διακήρυξης της Μπολώνια» ΙΙ.10.2 Για ποιούς λόγους επιχειρείται η γενίκευση του πρώτου κύκλου, διάρκειας 3-4 ετών, στις πανεπιστημιακές σπουδές στην Ευρώπη.
ΙΙ.10.3 Οι ορατές συνέπειες από την εφαρμογή της «συνθήκης της Μπολώνια»
ΙΙΙ.1 Η ευρωπαϊκή πολιτικής έρευνας και οι ορατές συνέπειές τηςIII.2 Τι συμβαίνει ομως στην Ελλάδα με την έρευνα;
III.2.1 «Ιδιομορφία» πρώτηΙΙΙ.3 Η ανάπτυξη της ερευνητικής δραστηριότητας στο ελληνικό πανεπιστήμιοIII.2.2 «Ιδιομορφία» δεύτερη
III.3.1 Σταθμοί – ορόσημα στην ανάπτυξη της ερευνητικής δραστηριότητας στα πανεπιστήμιαΙΙΙ.4 Προϊούσα μεταλλαγή της ακαδημαϊκής και δημόσιας λειτουργίας του πανεπιστημίου.ΙΙΙ.3.2 Ο νόμος 1268/82.
ΙΙΙ.3.3 Οι Ειδικοί Λογαριασμοί Έρευνας.
ΙΙΙ.3.4 Η λειτουργία των Ερευνητικών Πανεπιστημιακών Ινστιτούτων (ΕΠΙ)
ΙΙΙ.3.5 Ένα παράδειγμα για την ανάπτυξη της πανεπιστημιακής έρευνας: το ΕΜΠ
ΙΙΙ.5 Πρόσφατες και επερχόμενες παρεμβάσεις στα ερευνητικά πράγματα
ΙΙΙ.5.1 Νόμος για την «Αξιοποίηση ερευνητικών αποτελεσμάτων»ΙΙΙ.6 Περιθωριοποίηση του εκπαιδευτικού και ερευνητικού συστήματος της χώρας;ΙΙΙ.5.2 Σχέδιο νόμου για τη «Σύνδεση της έρευνας και τεχνολογίας με την παραγωγή και άλλες διατάξεις»
ΙΙΙ.5.3 Πρόγραμμα ενίσχυσης ερευνητικού δυναμικού (ΠΕΝΕΔ) 2001
ΙΙΙ.5.4 Σχέδιο νόμου «Για την πανεπιστημιακή έρευνα και τα μεταπτυχιακά»
IV. Αντί επιλόγου, βασικά ερωτήματα προς απάντηση.V. Αναφορές και σχετικό με το θέμα υλικό
Η απορρύθμιση της εκπαιδευτικής και ερευνητικής λειτουργίας του πανεπιστημίου και η μεταλλαγή του ακαδημαϊκού και δημόσιου χαρακτήρα του
Λάζαρος Απέκης, Αναπληρωτής Καθηγητής ΕΜΠ«Η σημερινή δημόσια εκπαίδευση λειτουργεί όπως μια προβληματική εταιρεία που παράγει προϊόντα τα οποία δεν έχουν ζήτηση. Αντί να παράγει παιδεία το κράτος θα μπορούσε να την αγοράζει από μη κρατικούς φορείς. Θα ήταν καλύτερα το κράτος να ζητήσει αυτές τις υπηρεσίες από ιδιώτες.»Γ. Παπανδρέου, νεώτερος, πρώην Υπουργός Παιδείας και νύν Εξωτερικών. Δηλώσεις στον ημερήσιο τύπο, 12 Φεβρουαρίου 2001.
I. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο των μεγάλων παρεμβάσεων στην εκπαίδευση και την έρευνα
Οι μεγάλες παρεμβάσεις, με τις οποίες η κυρίαρχη στην Ευρώπη νεοφιλελεύθερη πολιτική επιχειρεί, με προκρούστειο τρόπο, να αναμορφώσει την εκπαίδευση και την επιστημονική έρευνα, έχουν πάρει τα σχήματα «Ευρωπαϊκός χώρος της ανώτατης εκπαίδευσης» και «Ευρωπαϊκός χώρος έρευνας», αντίστοιχα.
I.1. Ο «Ευρωπαϊκός χώρος της ανώτατης εκπαίδευσης», αφορά το ρόλο και το χαρακτήρα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το πλαίσιο και οι στόχοι καθορίστηκαν διαδοχικά στο «Λευκή Βίβλος για την εκπαίδευση και τη μάθηση»1 για την «Ευρώπη της γνώσης», στη «Διακήρυξη της Σορβόνης»2, στη «Διακήρυξη της Μπολώνια»2, στο «Συνέδριο της Σαλαμάνκα»3 και στη «Σύνοδο κορυφής της Πράγας»4. Βασικοί στόχοι5,6,7 αυτών των παρεμβάσεων είναι :
- η «αμεσότερη σύνδεση του σχολείου με τον τομέα της επιχείρησης»,
- η βελτίωση της «απασχολησιμότητας» και της «κινητικότητας» των αποφοίτων,
- η «ευελιξία των σπουδών»,
- η οργάνωση των πανεπιστημιακών σπουδών σε δύο κύκλους, ένα προπτυχιακό, τριετούς τουλάχιστον διάρκειας, και ένα μεταπτυχιακό. Ο τίτλος σπουδών που θα χορηγείται μετά τον πρώτο κύκλο σπουδών αναγνωρίζεται στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας ως ικανό επαγγελματικό προσόν.
- η καθιέρωση ενός συστήματος διδακτικών μονάδων για τη λειτουργία ενός «κοινού συστήματος αξιολόγησης» και την «αναγνωσιμότητα» των τίτλων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και
- η «ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού πανεπιστημιακού συστήματος».
I.2. Ο «Ευρωπαϊκός χώρος έρευνας» αφορά το χαρακτήρα και το ρόλο της επιστημονικής έρευνας και εκφράζεται μέσα από το «6ο Πρόγραμμα – Πλαίσιο για την έρευνα και την καινοτομία, 2003-2006»8,9. Το 6ο Πρόγραμμα – Πλαίσιο επιδιώκει τη σύζευξη των κοινοτικών προγραμμάτων με τα εθνικά ερευνητικά προγράμματα για τη δημιουργία του λεγόμενου «ευρωπαϊκού χώρου έρευνας». Ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του είναι:Ποιό όμως είναι το σύνολο των σημαντικών παρεμβάσεων με τις οποίες επιβάλλεται στη χώρα μας αυτή η νέα τάξη πραγμάτων στα πανεπιστήμια (και όχι μόνον);
- Ο συντονισμός και η συμπληρωματικότητα (!) της ευρωπαϊκής έρευνας.
- Η ενίσχυση της κινητικότητας των ερευνητών μεταξύ διαφόρων ιδρυμάτων και κυρίως διαφορετικών χωρών, ώστε να επιτευχθεί η βέλτιστη αξιοποίηση των ανθρώπινων πόρων (όπως ονομάζονται) και ο περιορισμός της «φυγής εγκεφάλων» εκτός ευρωπαϊκής ένωσης.
- Η ισχυρότερη σύνδεση με τις επιχειρήσεις και ειδικά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ώστε να καλυφθεί το χαμηλό επίπεδο της παραγωγής έρευνας από τον ιδιωτικό τομέα σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία (αυτός είναι κεντρικός στόχος και όλων των προηγούμενων προγραμμάτων – πλαισίων, ο οποίος όμως παραμένει ανεπίτευκτος).
- Η χρηματοδότηση «ολοκληρωμένων έργων», δηλαδή δράσεων μεγάλης κλίμακας με ορίζοντα 3 ώς 5 ετών, τα οποία θα διεξάγονται, κατά προτίμηση, από εταιρικά σχήματα δημόσια ή ιδιωτικά (!)
II. Οι μεγάλες παρεμβάσεις στο χαρακτήρα και το ρόλο του ελληνικού πανεπιστημίου
Σε μια περίπου χρονολογική σειρά τα διαδοχικά στάδια – βήματα μέσω των οποίων, πρόσφατα, επιτελέστηκαν μεγάλες παρεμβάσεις στο ελληνικό πανεπιστήμιο είναι οι ακόλουθες:Είναι μεγάλη η λίστα, και για το μόνο που δεν μπορεί κανείς να ψέξει την κυβέρνηση είναι για περιορισμένες πρωτοβουλίες και περιορισμένο ζήλο στην προώθηση της νέας τάξης στα πανεπιστημιακά πράγματα.«Έκθεση του ΟΟΣΑ για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα»10 (ΥΠΕΠΘ 1995). «Εκπαίδευση 2000 για μια παιδεία ανοικτών οριζόντων»11 (ΥΠΕΠΘ 1997) Διατμηματικά προγράμματα προπτυχιακών σπουδών (νέος νόμος). Προγράμματα σπουδών επιλογής (ΠΣΕ)12. ΕΠΑΕΚ Ι13 : Αναμόρφωση προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών, Μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, Διεύρυνση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ: «Ένταξη των πανεπιστημίων στο Γ΄ΚΠΣ14,15,16», ΥΠΕΠΘ 1999. Νομοθέτηση της οδηγίας ΕΕ 89/48 για την αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων μετά από τριετείς μεταλυκειακές σπουδές στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Προεδρικό Διάταγμα 165/2000). Νόμος για την «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ17 (2001) Αλλαγή του νόμου για την έρευνα: «Σύνδεση έρευνας και τεχνολογίας με την παραγωγή και άλλες διατάξεις18», Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) 2001. Πρόγραμμα Ενίσχυσης Ερευνητικού Δυναμικού19 (ΠΕΝΕΔ), ΓΓΕΤ 2001. Νόμος για την «αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων20» (1999, 2000). Σχέδιο νόμου για το «Εθνικό σύστημα αξιολόγησης της ποιότητας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης21» Σχέδιο νόμου για την «πανεπιστημιακή έρευνα και τα μεταπτυχιακά22» Σχέδιο νόμου για την «αυτοτέλεια των ΑΕΙ» (επίκειται). Αυτό όμως που είναι επιτακτική ανάγκη είναι να αναδειχθούν οι βασικές συνιστώσες αυτών των παρεμβάσεων και οι συνέπειές τους στην εκπαιδευτική και ερευνητική λειτουργία του ελληνικού πανεπιστημίου, πριν οι αλλαγές και οι μεταλλάξεις αποκτήσουν αναπόδραστο χαρακτήρα.
II.1. Έκθεση του ΟΟΣΑ για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα (ΥΠΕΠΘ 1995)10.
Στην έκθεση αυτή που προηγείται των πρόσφατων παρεμβάσεων γίνεται αξιολόγηση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και προτείνονται μεγάλης εμβέλειας αλλαγές.Για την αξιολόγηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης προτείνεται, μεταξύ άλλων, η χρήση δεικτών απόδοσης στην έρευνα και τη διδασκαλία, η δημιουργία ενός ειδικού συστήματος αξιολόγησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η συσχέτιση των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση. Προτείνεται επίσης η, έστω και χωρίς αντίκρυσμα, όπως εκτιμάται, μαζική ζήτηση για πανεπιστημιακές σπουδές να καλυφθεί και από τα ΤΕΙ, και μάλιστα αναφέρεται ότι για τη διδασκαλία σε ένα πρώτο κύκλο πανεπιστημιακών σπουδών, δεν είναι απαραίτητο οι διδάσκοντες να διαθέτουν και διδακτορικό τίτλο (προάγγελοι, θα έλεγε κανείς !).
II.2. «Εκπαίδευση 2000- για μια παιδεία ανοικτών οριζόντων» (ΥΠΕΠΘ 1997)11
Περιγράφονται οι σχεδιασμένες αλλαγές στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια, κυρίως, εκπαίδευση («νόμος Αρσένη» κ.λ.π.) αλλά και στην τριτοβάθμια. Μεταξύ άλλων προβλέπονται: η κατάργηση των γενικών εξετάσεων για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (εθνικό απολυτήριο), η κάλυψη για το 2000 της ζήτησης για σπουδές σε ΑΕΙ/ΤΕΙ και με την ίδρυση 70 νέων τμημάτων, 30 προγραμμάτων σπουδών επιλογής (ΠΣΕ) και του Ανοιχτού Πανεπιστημίου, η αλλαγή στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων των μελών ΔΕΠ (ελάχιστες ώρες απασχόλησης, θεσμοθέτηση της άσκησης ελεύθερου επαγγέλματος που ονομάσθηκε καθιέρωση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης!, νέο μισθολόγιο).
II.3. Διατμηματικά προγράμματα προπτυχιακών σπουδών (νέος νόμος).
Παρά τη νομοθέτηση των διατμηματικών προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών το εγχείρημα δεν απέδωσε την επιδιωκόμενη «οριζόντια κινητικότητα» στις προπτυχιακές σπουδές, ούτε οδήγησε σε αλλαγή της ακαδημαϊκής δομής και οργάνωσης των πανεπιστημιακών τμημάτων και ιδρυμάτων. Οι αναμενόμενες από το ΥΠΕΠΘ «πρωτοβουλίες» μελών ΔΕΠ διοχετεύθηκαν στα ΠΣΕ, στη μαζική λειτουργία των μεταπτυχιακών νέου τύπου (ΜΔΕ) και άλλες λιγότερο «προκλητικές δράσεις».
II.4. Προγράμματα σπουδών επιλογής12,23 (ΠΣΕ).
Με τα ΠΣΕ επιδιώχθηκε γενίκευση της μη ακαδημαϊκής οργάνωσης των προπτυχιακών σπουδών με «μεγάλη ευελιξία και κινητικότητα» για τους φοιτητές και «ελευθερία» για τους διδάσκοντες. Το αποτέλεσμα δεν ήταν το αναμενόμενο, παρά την πέραν κάθε ορίου εμμονή του ΥΠΕΠΘ. Το πανεπιστήμιο, εκτός λίγων εξαιρέσεων, αντιστάθηκε, παρά το δέλεαρ της χρηματοδότησης από το Β΄ΚΠΣ και άλλων κινήτρων για τους πανεπιστημιακούς. Ο θεσμός, βέβαια, είναι κάπου εδώ και «λειτουργεί», αναμένοντας νέα αναμόρφωση, ακύρωση ή επανάκαμψη. Παραμένει ως μια «εφεδρία».
II.5. ΕΠΑΕΚ Ι (1994-1999):
Οι βασικές παρεμβάσεις που σχεδιάστηκαν, χρηματοδοτήθηκαν και τέθηκαν έστω και σε πιλοτική λειτουργία είναι:II.5.1 Η «αναμόρφωση των προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών»
Πρόκειται για «δράσεις» στις οποίες, κατά κοινή ομολογία, σπαταλήθηκαν πολλά δις σε λεγόμενες soft ενέγειες, χωρίς μετρήσιμα αποτελέσματα. Όμως «Το βασικό κέρδος από την εφαρμογή του μέτρου αυτού υπήρξε η εισαγωγή και η καλλιέργεια στο ακαδημαϊκό γίγνεσθαι μιας αντίληψης συνεχούς αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού σε συνδυασμό με την αποδοχή των διαδικασιών αποτίμησης και αξιολόγησης σε ότι αφορά ένα Προπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών24». Πρέπει να προσθέσουμε σ’ αυτά και την καλλιέργεια της αντίληψης στα μέλη ΔΕΠ (και όχι μόνον) ότι είναι θεμιτό να διεκδικούν ιδιαίτερη χρηματοδότηση ακόμη και για δραστηριότητες που έμπίπτουν στο καθ’ αυτό λειτούργημά τους όπως τα προγράμματα σπουδών και τα μεταπτυχιακά ή πρακτική άσκηση των φοιτητών. Όλα αυτά θα αξιοποιηθούν αργότερα για άλλους ίσως «νεωτερισμούς».II.5.2. Τα «μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών»
Με δέλεαρ τη χρηματοδότηση του Β΄ΚΠΣ θεσμοθετήθηκαν και τέθηκαν σε λειτουργία σε μαζική κλίμακα στην Ελλάδα Μεταπτυχιακά του συγκεκριμένου τύπου και προδιαγραφών, που οδηγούν σε Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης. Τα Μετατπυχιακά που οδηγούν σε Διδακτορικό, και τα οποία άλλωστε ήταν τα μόνα που λειτουργούσαν σε κάποια έκταση στο ελληνικό πανεπιστήμιο, δεν ήταν επιλέξιμα και όχι μόνον δε χρηματοδοτήθηκαν αλλά δεν εγκρίθηκε η λειτουργία τους από το ΥΠΕΠΘ!!!Μια πιθανή ερμηνεία αυτής της εμμονής θα ήταν η συσχέτιση του νέου θεσμού με τις επερχόμενες εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο (Μπολώνια).
Τελικά από τα 212 ΠΜΣ που εγκρίθηκαν μόνο τα 114 χρηματοδοτήθηκαν μετά από αξιολόγηση. Τα υπόλοιπα αφέθηκαν στην τύχη τους : χρηματοδότηση από το ίδρυμα στο οποίο ανήκουν ή εξωτερικό χρηματοδότη ή και δίδακτρα.
Σχόλιο: και η χρηματοδότηση είναι χρηματοδότηση από το Β΄ΚΠΣ με χρονολογία λήξης (έληξε ήδη) και δεν εντάσσεται στις κανονικές υποχρεώσεις του ΥΠΕΠΘ (τακτικός προϋπολογισμός ή δημόσιες επενδύσεις). Δηλαδή έγινε ήδη δεκτό ότι τα Μεταπτυχιακά και είναι του τύπου που επιβάλλεται μέσω του Γ΄ΚΠΣ και δεν είναι στις υποχρεώσεις της πολιτείας να τα στηρίζει οικονομικά!II.5.3. Η «διεύρυνση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης»
Ιδρύθηκαν 73 νέα Τμήματα για να «απορροφήσουν» μαζί με τα ΠΣΕ και τα «ανωτατοποιημένα» στη συνέχεια ΤΕΙ τη ζήτηση για τριβάθμιες σπουδές.Υποτυπώδες εκπαιδευτικό προσωπικό και προσωπικό υποστήριξης. Τμήματα που κυρίως λειτουργούν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, με «εποχικούς» διδάσκοντες και υποτυπώδη υποδομή και εξοπλισμούς. Ο τακτικός προϋπολογισμός δεν αυξάνεται αναλόγως, οπότε τα νέα Τμήματα, ουσιαστικά, εγκαταλείπονται στην τύχη τους.
Σχόλιο: έγινε δεκτό ότι μπορούν να λειτουργούν πανεπιστημιακά Τμήματα με ανύπαρκτες προϋποθέσεις και χωρίς την υποχρέωση – δέσμευση της πολιτείας να εξασφαλίσει με δημόσιους πόρους τη λειτουργία τους. Εντούτοις συνιστούν «διεύρυνση» της τριτοβάθμιας (όπως προέβλεπε η «Εκπαίδευση 2000») και «απορροφούν» φοιτητές και μάλιστα υπεράριθμους!
II.5.4. Η ενεργοποίηση και λειτουργία μηχανισμών των μεγάλων εγκαταστάσεων κυρίως «δικτύων και βιβλιοθηκών».
Με το σχεδιασμό και τη χρηματοδότηση του Β΄ΚΠΣ οργανώθηκε ένας κάθετος (κατά ίδρυμα) και οριζόντιος (πανελλαδικός) μηχανισμός για τα δίκτυα. O μηχανισμός αυτός με την εμπειρία που αποκτήθηκε αυτονομήθηκε από τα ιδρύματα και, μέσω «Αστικής Εταιρείας «Διαδίκτυο» GUNET25,26» που ιδρύθηκε, διαχειρίζεται τα δίκτυα πανελλαδικά με «πελάτες» στην παροχή υπηρεσιών δικτύου ακόμη και ίδια τα ιδρύματα που την ίδρυσαν. Επιπλέον η Εταιρεία διαχειρίζεται τις αντίστοιχες κρατικές χρηματοδοτήσεις (όπως τα τέλη δικτύου), αλλά και διεκδικεί τους τεράστιους πόρους για τα δίκτυα από την «Κοινωνία της πληροφορίας» ανταγωνιστικά προς τα ιδρύματα.Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η οριζόντια και κάθετη δραστηριότητα και οργάνωση που στήθηκε μέσω του Β΄ΚΠΣ για τις Βιβλιοθήκες (έγινε ήδη η «Κοινοπραξία Βιβλιοθηκών27» και επέρχεται Εταιρεία όπως εκείνη των δικτύων).
Σχόλιο: Εκτός από την «επιθετικής μορφής» ιδιωτικοποίηση, μέσω των μηχανισμών του Β΄ΚΠΣ, επιβλήθηκε η απόσπαση σημαντικών αναπτυξιακών λειτουργιών και δραστηριοτήτων από το πανεπιστήμιο και τα θεσμικά του όργανα, παράλληλα, προφανώς με τη διαμόρφωση επαρκούς κρίσιμης μάζας πανεπιστημιακών που αναλαμβάνουν αυτές τις πολύ επωφελείς, τουλάχιστον σε ισχύ, νομίμως και εκ παραδόσεως δημόσιες, δραστηριότητες.Αυτές οι μικρές, έμπειρες και καλά δικτυωμένες ευέλικτες ομάδες πανεπιστημιακών, με την τεχνογνωσία που διαθέτουν, εξασφάλισαν για το ΥΠΕΠΘ το μηχανισμό διαχείρισης των μεγάλων έργων «βιβλιοθήκες», «δίκτυα», «πολυμέσα» που διατέθηκαν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση28, η οποία όμως δεν διέθετε ούτε τα πρόσωπα ούτε τον από τους κανόνες διαχείρισης του ΚΠΣ απαραίτητο μηχανισμό (κυρίως Ειδικούς Λογαριασμούς).
II.6. ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ (2000-2006)
II.6.1. «Ένταξη των πανεπιστημίων στο Γ΄ΚΠΣ», ΥΠΕΠΘ 1999.
Το ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ περιγράφτηκε πρώτα με το «Σχέδιο περιφερειακής ανάπτυξης 2000-2006» του ΥΠΕΠΘ (1999) και ακολούθησε η «Εισήγηση για την ένταξη των πανεπιστημίων στο Γ΄ΚΠΣ» (Κλάδης, 1999). Το δεύτερο κείμενο απετέλεσε ηπιότερη μάλλον αναδιατύπωση της «Πρότασης των ΑΕΙ για το Γ΄ΚΠΣ» της οποία συνέταξε ειδική επιτροπή της τότε συνόδου των πρυτάνεων.Βασική διαπίστωση:
«Το ελληνικό κεπαιδευτικό σύστημα στο σύνολό του παρ’ όλη την ποσοτική ανάπτυξή του παρουσιάζει ακόμη βασικές αδυναμίες προσαρμογής, με την επιβαλλόμενη ταχύτητα, στις απαιτήσεις της κοινωνίας των πληροφοριών του 21ου αιώνα. Οι αδυναμίες αυτές γίνονται αιτία μείωσης της απασχολησιμότητας του εργατικού δυναμικού με αποτέλεσμα την αδυναμία του να προσαρμοστεί στις μεταβαλόμενες συνθήκες της αγοράς εργασίας. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες η ανεργία στην Ελλάδα συγκεντρώνεται στους αποφοίτους μέσης εκπαίδευσης και στους πτυχιούχους της τριτοβάθμιας επαίδευσης, γεγονός που εγείρει ανησυχίες για την εξωτερική αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και τη διασύνδεσή του με την αγορά εργασίας». Από αυτές τις διαπιστώσεις για την επαιδευτική και ερευνητική λειτουργία των ΑΕΙ σχεδιάζονται:Με το πρόγραμμά του κάθε ίδρυμα πρέπει να αυξήσει την ελκυστικότητά του και να βελτιώσει τη θέση του,Η γενίκευση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Ο επανασχεδιασμός της βασικής προπτυχιακής εκπαίδευσης. Ο σχεδιασμός, σε ευρεία κλίμακα: σύγχρονων προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών καθώς και προγραμμάτων συνεχιζόμενης (ή δια βίου) εκπαίδευσης. Η αποκατάσταση διαύλων δημιουργικής επικοινωνίας των πανεπιστημίων με την κοινωνία και την οικονομία. Οι βασικές «δράσεις» του ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ στην αρχική τους διατύπωση είναι:τόσο στο επίπεδο των εισροών(!): αύξηση χρηματοδοτήσεων από όλες τις πηγές όσο και στο επίπεδο των εκροών(!): ευκολία εξεύρεσης θέσεων απασχόλησης υψηλών προδιαγραφών από τους αποφοίτους, χρησιμοποίηση των εργαστηρίων για παροχή τεχνικών υπηρεσιών και των μελών ΔΕΠ για παροχή συμβουλών, γνωματεύσεων...
- Ανοιγμα – Διεύρυνση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που περιλαμβάνει:
Υποστήριξη των νέων Τμημάτων
Δεύτερη φάση της διεύρυνσης
Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών- Διά βίου εκπαίδευση και Πανεπιστήμια, με Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και ΠΣΕ
- Ποιοτική αξιολόγηση και στατηγικός σχεδιασμός των ΑΕΙ
- Σύνδεση των πανεπιστημίων με την αγορά εργασίας
Σχόλιο: Εδώ, μάλλον περιττεύουν ιδιαίτερα σχόλια για το είδος του πανεπιστημίου και των σπουδών καθώς και για το ρόλο τους που περιγράφουν αυτοί οι σχεδιασμοί όπως και για ποιούς στόχους θα αξιοποιηθούν οι σημαντικοί πόροι του Γ΄ΚΠΣ.
Επιλεκτικά θα αναφερθούν στη συνέχεια ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία από τα κείμενα29 των ενεργειών του ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ που είναι υπό προκήρυξη.
II.6.2. Αναμόρφωση προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών29.
Προβλέπονται:Η χρήση δεικτών ποιότητας σπουδών και ενός συστήματος συνεχούς αποτίμησης Η οργάνωση των σπουδών σε ολοκληρωμένους κύκλους μαθημάτων, οι οποίοι μπορεί να περιλαμβάνουν και μαθήματα τα οποία να μπορούν εύκολα να κινηθούν μεταξύ διαφορετικών επιπέδων σπουδών της τυπικής(!) και άτυπης(!) πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (δηλ. Ως προχωρημένα προπτυχιακά (!), ή ως μεταπτυχιακά(!!), ή ως συνεχιζόμενη εκπαίδευση πτυχιούχων/διπλωματούχων(!!!)) Η δημιουργία σε κάθε ίδρυμα κεντρικής μονάδας υποστήριξης εκπαιδευτικού έργου με αρμοδιότητες:
Η δημιουργία συστήματος καθορισμού, εφαρμογής και συνεχούς αποτίμησης των δεικτών αξιολόγησης της ποιότητας των σπουδών.
Στο ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ προβλέπεται η χρηματοδότηση Προγραμμάτων
Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) σε δύο φάσεις: Στην πρώτη φάση 100 ΠΜΣ, μετά
από αξιολόγηση των ήδη λειτουργούντων και 15 νέων ΠΜΣ και στη δεύτερη φάση,
μετά από πιό αυστηρή και εξωτερική αξιολόγηση, 60 ΠΜΣ. Όπως αναφέρεται:
«Είναι φανερό ότι υπάρχει κορεσμός σε αυτόν τομέα και δεν είναι σκόπιμη
η δημιουργία νέων ΠΜΣ29».
Επίσης: «Τα ελληνικά ΑΕΙ πρέπει να προσανατολιστούν εντονότερα στο πλαίσιο «εξαίρετης ποιότητας» ελληνικών μεταπτυχιακών σπουδών, σε συνδυασμό και με την πολιτική υποτροφιών οι οποίες θα προσανατολίζονται σε συγκεκριμένα ΠΜΣ, δηλαδή δεν θα χορηγούνται υποτροφίες εσωτερικού ανεξάρτητα του ΠΜΣ που τελικά θα δεχθεί τον υπότροφο29». Αυτά τα ΠΜΣ πρέπει «να πληρούν κριτήρια υψηλών προδιαγραφών ποιότητας». Μεταξύ αυτών θα απαιτείται και: «συνεχής έλεγχος και πιστοποίηση του τρόπου εκπαιδευτικής, ερευνητικής και διοικητικής λειτουργίας με βάση τα διεθνή πρότυπα ISO(!) ή άλλα29(!)».
Εισάγονται και εδώ, όπως και στα Προπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών, οι δείκτες ποιότητας για την αξιολόγηση. Μεταξύ των «εσωτερικών δεικτών» είναι και « η δυνατότητα προσέλκυσης ερευνητικών προγραμμάτων από τους διδάσκοντες, η επιτυχία των αποφοίτων σην αγορά εργασίας και η τεκμηρίωση της βιωσιμότητας του ΠΜΣ». Μεταξύ των «εξωτερικών δεικτών» είναι και αυτοί που ελέγχουν «τη σχέση με την αγορά» και αναφέρονται: στο μέσο χρόνο μέχρι την πρώτη απασχόληση, στο ποσοστό ανέργων απφοίτων, η οικονομική απόδοση των Μεταπτυχιακών Σπουδών. Στις «προβλεπόμενες δράσεις» ανήκουν κα οι «δράσεις δημοσιότητας για σύναψη στρατηγικών συμμαχιών ώστε το κάθε ΠΜΣ να συγκεντρώσει γύρω του το μέγιστο δυνατό αριθμό δυνητικών χρηστών του (εταιρείες του ευρύτερου δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα) ως πηγών προσέλκυσης εξειδικευμένων φοιτητών, χορηγών βασικής έρευνας και διδακτικών «εδρών», κλπ».
Χαρακτηριστικό είναι: Εκτός των άλλων ακόμη και οι
υποτροφίες του ΙΚΥ εντάσσονται στο σχεδιασμό και τη χρηματοδότηση του Γ’ΚΠΣ.
Ήδη έχει συγκροτηθεί Ομάδα Σχεδιασμού από το ΥΠΕΠΘ
της οποίας έργο είναι να καταρτήσει το τελικό χωροταξικό και στρατηγικό
σχέδιο ανάπτυξης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
Η διαδικασία η οποία ακολουθείται στις χρηματοδοτήσεις
των ΚΠΣ είναι η εξής:
Καταρτίζονται «Επιχειρησιακά Σχέδια», όπου σχεδιάζονται μέσω επιλεγμένων στόχων και κατευθύνσεων οι «ενέργειες» και «δράσεις» οι οποίες θα αποτελέσουν τις παρεμβάσεις στους διάφορους τομείς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αυτές οι ενέργειες – δράσεις «προκηρύσσονται». Στη συνέχεια υποβάλλονται προτάσεις οι οποίες κρίνονται. Οι εγκεκριμένες προτάσεις χρηματοδοτούνται και γίνονται «έργα» του ΚΠΣ. Προϋπόθεση της χρηματοδότησης αυτών των «έργων» είναι η «εθνική συμμετοχή», που συνολικά ανέρχεται στο 25% του προϋπολογισμού.
Γενικά χαρακτηριστικά των χρηματοδοτήσεων από το Κ.Π.Σ.:
Το ΥΠΕΠΘ κυκλοφόρησε κείμενο “Πρόταση διαλόγου για
τη θεσμοθέτηση του εθνικού συστήματος αξιολόγησης της ποιότητας της ανώτατης
εκπαίδευσης” .
Στα «Εισαγωγικά» της «Πρότασης» αναφέρεται ότι «η θεσμοθέτηση του εθνικού συστήματος αξιολόγησης της ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης αποτελεί σήμερα για την Ελλάδα αυτονόητη αναγκαιότητα, η οποία απορρέει τόσο από τη λειτουργία ανάλογων συστημάτων σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες εδώ και αρκετά χρόνια, όσο και από το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ένας σημαντικός αριθμός Πανεπιστημίων και ΤΕΙ στην Ελλάδα έχουν συμμετάσχει σε διαδικασίες αξιολόγησης της ποιότητας, αρκετές μάλιστα από τις οποίες πραγματοποιήθηκαν με την ευθύνη της Οργάνωσης των Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (CRE)» και ότι «οι συνθήκες στην Ελλάδα είναι περισσότερο ώριμες από κάθε άλλη φορά για την ενεργοποίηση διαδικασιών αξιολόγησης της ποιότητας σε συστηματική βάση και μέσα από την κατάλληλη θεσμική οργάνωση».
Για όσους γνωρίζουν τα πανεπιστημιακά πράγματα της χώρας όχι μόνον δεν είναι ώριμες οι συνθήκες για ένα εθνικό σύστημα αξιολόγησης, ώστε το μόνο που λείπει να είναι η νομοθετική ρύθμιση, αλλά η ίδια η πρόταση ούτε έχει λάβει υπόψιν της, ούτε και προτείνει να ληφθεί υπόψιν, στο πλαίσιο του προτεινόμενου διαλόγου, η εμπειρία αξιολόγησης που αναφέρεται ότι ήδη υπάρχει, πως έχει εφαρμοσθεί η αξιολόγηση και τι έχει αποδώσει στα ιδρύματα που την εφάρμοσαν.
Αντί αυτής της μελέτης και κατ’ αρχήν διαλόγου με βάση την υπάρχουσα εμπειρία, αναφέρεται ότι, εκτός από τη νομοθετική πρωτοβουλία για τη θεσμοθέτηση, έχει προβλεφθεί, στο πλαίσιο του ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ, η ανάπτυξη ειδικής Ενέργειας, για την αρχική φάση της υλοποίησης των διαδικασιών αξιολόγησης της ποιότητας, όπως επίσης και για τη δημιουργία των αναγκαίων υποδομών, με χρηματοδότηση ύψους 3 δις δρχ. περίπου.
Δηλαδή, είναι ήδη όλα «δρομολογημένα». Προς τι ο διάλογος και επί ποίων θεμάτων;
Εντούτοις, από υπευθυνότητα, και παρά την πλούσια εμπειρία σε αιφνιδιασμούς και τετελεσμένα που τα ελληνικά ΑΕΙ έχουν αποκομίσει από το ΥΠΕΠΘ, προχωρούμε στη διατύπωση παρατηρήσεων, κρίσεων και συμπερασμάτων για την νέα παρέμβαση του ΥΠΕΠΘ στη λειτουργία του πανεπιστημίου.
Αυτές οι διατυπώσεις δε συμβιβάζονται με «υποστηρικτικό
ρόλο». Αντιθέτως περιγράφουν μια νέα εκ των άνω παρέμβαση, την οποία θα
πρέπει να υιοθετήσουν «πάραυτα» όλα τα ιδρύματα της χώρας. Και παρ’ όλα
αυτά:
Εντούτοις «συνιστάται Εθνικό Συμβούλιο Αξιολόγησης
Ποιότητας (ΕΣΑΠ), το οποίο λειτουργεί σε σύνδεση με το (υπό σύσταση) Εθνικό
Συμβούλιο Παιδείας (ΕΣΥΠ) και έχει την ευθύνη του σχεδιασμού, του προγραμματισμού,
του συντονισμού και της εν γένει εποπτείας των διαδικασιών αξιολόγησης της
ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης». Επίσης, «το ΕΣΑΠ αποτελεί τον σύμβουλο
της Κυβέρνησης, του ΕΣΥΠ και των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης για όλα
τα ζητήματα που αφορούν την αξιολόγηση της ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση
στην Ελλάδα..». Απο τις αρμοδιότητες του ΕΣΑΠ: Καταρτίζει το βραχυπρόθεσμο
και το μακροπρόθεσμο πρόγραμμα αξιολόγησης και παρακολουθεί την πορεία υλοποίησής
του, συντάσσει οδηγίες για τις τεχνικές και τη μεθοδολογία των αξιολογήσεων,
παρέχει υποστήριξη στα ιδρύματα σε ό,τι αφρορά καλές τεχνικές και μεθοδολογία
(!, δηλαδή υπάρχουν και κακές; Και πώς και ποιός θα τις αξιολογήσει;) για
το σχεδιασμό και την πραγματοποίηση της διαδικασίας αξιολόγησης και για
την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της (για ποιό σκοπό; δεν
αναφέρεται), τηρεί αρχείο ειδικών και εμπειρογνωμόνων στον τομέα της αξιολόγησης,
από την Ελλάδα και το εξωτερικό, από το οποίο ορίζονται οι εξωτερικοί αξιολογητές
(ποιός θα είναι ο ρόλος τους και με ποιά πολιτική και κριτήρια θα λειτουργούν;
δεν αναφέρεται), έχει την ευθύνη της ανάλυσης, διάχυσης και της αξιοποίησης
των αποτελεσμάτων των αξιολογήσεων (δηλαδή; σε ποιά φάση και ποιό όργανο
θα αποφασίσει την πολιτική για την αξιοποίηση;), οργανώνει και πραγματοποιεί
ειδικά προγράμματα αξιολόγησης σε ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης εκτός Ελλάδας
(και εξαγωγή του συστήματος που ακόμη δεν το είδαμε!) και τέλος το ΕΣΑΠ
κοινοποιεί στο Υπουργείο Παιδείας, στο ΕΣΥΠ και στην Επιτροπή Μορφωτικών
Υποθέσεων της Βουλής, τις εκθέσεις και τα εν γένει αποτελέσματα όλων των
διενεργούμενων αξιολογήσεων (μα ποιός επιτέλους και σε ποιά φάση θα αποφασίσει
τι θα συνιστούν αυτά τα αποτελέσματα ώστε να, και για ποιό σκοπό, είναι
αξιοποιήσιμα;).
Η σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου Αξιολόγησης Ποιότητας (ΕΣΑΠ) και η διαδικασία επιλογής των μελών του δεν εμπνέει καμία εμπιστοσύνη στην ακαδημαϊκή κοινότητα, και επαναλαμβάνει συνήθεις πλέον «κάθετους» ελεγκτικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων ο Υπουργός Παιδείας παρεμβαίνει στη λειτουργία του πανεπιστημίου (π.χ. ΙΠΕΜΕΣ, στο σχέδιο νόμου για την πανεπιστημιακή έρευνα και μεταπτυχιακά).
Για να έχει νόημα η αξιολόγηση ή αποτίμηση των λειτουργιών ενός ΑΕΙ θα πρέπει να έχει νόημα ταυτόχρονα και μια διαδικασία αφ’ ενός αξιοποίησης των αποτελεσμάτων της αποτίμησης, αφ΄ετέρου μια διαδικασία «καταλογιμού» των συμπερασμάτων της αποτίμησης στο ίδρυμα αυτό.
Όμως, ποιούς όρους και προϋποθέσεις της λειτουργίας του ελέγχει ένα ελληνικό ΑΕΙ, ώστε να «αξιολογηθεί» και να του «καταλογισθούν» τα συμπεράσματα μιας «αξιολόγησης»;
Η προτεινόμενη αξιολόγηση και ως αντίληψη και ως μεθοδολογία
είναι απορριπτέα γιατί θα επιβάλει στο σύνολο των ιδρυμάτων μη ακαδημαϊκές
λειτουργίες και κανόνες, και θα επιτείνει την απορύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης.
Γι’αυτό πρέπει να ανακληθεί.
Δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό σήμερα ένα κεντρικό σύστημα αξιολόγησης.
Το πανεπιστήμιο μέσα από τις κανονικές και θεσμικές του λειτουργίες αυτοαξιολογείται. Η εμπειρία αυτή και η συστηματοποίησή της καθώς και η δημοσιοποίση των αποτελεσμάτων είναι υπόθεση των ίδιων των ιδρυμάτων, στο πλαίσιο της αυτοτελούς λειτουργίας τους.
Είναι πρόκληση να διατίθενται από τούς πόρους του
Γ΄ΚΠΣ περίπου 3 δις. δραχμές για να τεθεί σε λειτουργία το σύστημα αξιολόγησης,
ενώ είναι κραυγαλέες οι ανάγκες σε προσωπικό, υποδομές και εξοπλισμούς,
προτίστως των νεοϊδρυθέντων τμημάτων αλλά και του συνόλου των ιδρυμάτων.
Πρέπει αυτοί οι πόροι να αναπροσανατολιστούν προς την ενίσχυση της κανονικής
λειτουργίας του πανεπιστημίου και όχι στην «αξιολόγησή» του.
Η ρύθμιση αυτή εξασφάλισε τις νομικές προϋποθέσεις,
σε ότι αφορά τα επαγγελματικά δικαιώματα, για τη υιοθέτηση του πρώτου κύκλου
σπουδών τριετούς διάρκειας με τίτλο σπουδών που θα αναγνωρίζεται
στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας ως ικανό επαγγελματικό προσόν, όπως το περιγράφει
η διακήρυξη της Μπολώνια και βέβαια για την «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ.
Η «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ επιβάλλει στον ελληνικό χώρο
τη βασική διάρθωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που προβλέπει η «διακήρυξη
της Μπολόνια».
Θα υπάρχουν, σε μεγάλη κλίμακα, πανεπιστημιακές σπουδές
τριετούς διάρκειας που θα οδηγούν σε άσκηση επαγγέλματος. Αν θεωρήσουμε
ως πολύ πιθανή εξέλιξη να αναγνωριστούν οι πενταετείς σπουδές των μηχανικών
και των άλλων ειδικοτήτων ότι είναι ενιαίες και δίνουν τίτλο ισοδύναμο με
Master, τότε το βασικό ερώτημα – πρόβλημα είναι τι θα απογίνουν οι κανονικές
πανεπιστημιακές σπουδές τετραετούς διάρκειας. Δύο είναι οι δυνατές εκδοχές:
ιι. Θα χορηγούν πρώτο τίτλο σπουδών, που μόνον τύπου Bachelor μπορεί να είναι, και μετά θα ακολουθούν τα Μεταπτυχιακά που θα οδηγούν σε Master ή διδακτορικό.
Η πρώτη εκδοχή πρέπει να αποκλειστεί δεδομένης της
ρητής πολιτικής για περιορισμό των υποχρεώσεων του κράτους, όχι μόνον στην
Ελλάδα, για χρηματοδότηση της μαζικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αυτός άλλωστε
είναι και ένας από τους βασικούς δηλωμένους λόγους για την υιοθέτηση του
συστήματος των δύο κύκλων σπουδών. Θα ακολουθηθεί η δεύτερη εκδοχή ως ρεαλιστικότερη,
αλλά με ποιές συνέπειες; Πρέπει να θεωρηθεί ως πολύ πιθανή η προοπτική της
γενικής υποβάθμισης και, χωρίς αντίστοιχη αλλαγή (κι’ άλλη;) στο Λύκειο,
η εκ των πραγμάτων προσαρμογή στους δύο κύκλους σπουδών.
Πρόκειται για την ακύρωση στην πράξη της σε μαζική κλίμακα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και για την υποκατάστασή της με μια «ευέλικτη», απλούστερη, συντομότερη, φαινομενικά αποτελεσματικότερη και λιγότερο δαπανηρή για το κράτος, τριτοβάθμια εκπαίδευση – μη πανεπιστημιακή επί της ουσίας.
Με τον τρόπο που προωθούνται αυτές οι παρεμβάσεις δεν δίνεται στα πανεπιστήμια η δυνατότητα να αναζητήσουν, με επιστημονικό τρόπο, τις κατάλληλες λύσεις και μορφές ακαδημαϊκής λειτουργίας που θα επιτρέψουν στο πανεπιστημιακό σύστημα να ανταποκριθεί καλύτερα στις σύγχρονες απαιτήσεις της κοινωνίας.
Με αυτές τις εξελίξεις πλήττεται ουσιαστικά και ακυρώνεται στην πράξη η ιστορική φυσιογνωμία και ο χαρακτήρας των πανεπιστημίων.
Ιδιαίτερα για την Ελλάδα:
Ο συνδυασμός της συρρίκνωσης του πανεπιστημιακού χαρακτήρα
των σπουδών με τον ουσιαστικό εξοβελισμό της βασικής επιστημονικής έρευνας
από τα πανεπιστήμια δημιουργεί συνθήκες που δεν θα επιτρέπουν την άμεση
και σε ευρεία κλίμακα αναπαραγωγή του ακαδημαϊκού και ερευνητικού δυναμικού
της χώρας. Με συνέπεια να αποδίδεται ένας περιφερειακός ρόλος στο ελληνικό
εκπαιδευτικό και ερευνητικό σύστημα.
2 Παράγει απόφοιτους φαινομενικά «απασχολήσιμους» σε αντίθεση με τους τωρινούς πτυχιούχους. Όμως οι συνθήκες στην αγορά εργασίας που παράγουν τη μαζική ανεργία δεν θα καθοριστούν από αυτή την «αλλαγή», θα εξακολουθούν να παράγονται άνεργοι, όσο διατηρούνται οι γενικοί όροι που παράγουν την ανεργία.
3 Αυτές όμως οι παρεμβάσεις μπορούν να ανατρέψουν σε κάποια κλίμακα τους όρους της αγοράς εργασίας – επαγγελματικών δικαιωμάτων των πτυχιούχων, οδηγώντας στην ακύρωση της ταύτισης του διπλώματος μιας επιστήμης με την ικανότητα άσκησης ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος, με την υιοθέτηση προσωποποιημένων διαδικασιών και μηχανισμών πιστοποίησης γνώσεων και δεξιοτήτων.
4 Οι σπουδές «κατάρτισης» χωρίς στέρεο επιστημονικό υπόβαθρο απαξιώνονται σε γρήγορους ρυθμούς από την εξέλιξη της τεχνολογίας. Όσο πιό «απασχολήσιμος» είναι κάποιος πτυχιούχος τόσο σύντομης διάρκειας φαίνεται ότι θα είναι η «απασχολησιμότητά» του.
5 Για να «επιβιώσουν» επαγγελματικά οι «απασχολήσιμοι», απαιτείται η λειτουργία σε μεγάλη κλίμακα «δια βίου εκπαίδευσης». Αυτή όμως, αν ποτέ γίνει, από ποιούς θα προσφέρεται, με τίνος τη δαπάνη, με ποιούς όρους θα συμμετέχει ένας «ξεπερασμένος» από την τεχνολογία εργαζόμενος ή πιθανότερο άνεργος; Ούτως ή άλλως αυτού του τύπου η εκπαίδευση δε μπορεί παρά να είναι και πάλι «κατάρτιση».
Αυτές οι προοπτικές φαίνονται πολύ πιθανές, ρεαλιστικές
θα έλεγε κανείς. Είναι όμως προοπτικές γενικευμένης απορύθμισης του εκπαιδευτικού
συστήματος.
Η ευρωπαϊκή πολιτική για την «Έρευνα και Ανάπτυξη»,
όπως εκφράζεται κυρίως από τα «Προγράμματα - Πλαίσια», έχει βασικό στόχο
την κάλυψη της υστέρησης, στον τομέα αυτό, της Ευρωπαϊκής Ένωσης
έναντι των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας. Το ισχύον Πρόγραμμα – Πλαίσιο είναι
το 5ο και σχεδιάζεται, ήδη έχουν χαραχθεί οι βασικές κατευθύνσεις του, το
6ο Πρόγραμμα – Πλαίσιο7,8. Η πολιτική αυτή33 αποβλέπει
στη σύγκλιση των ερευνητικών προσπαθειών των πανεπιστημίων και των ερευνητικών
κέντρων των ευρωπαϊκών χωρών με τις επιχειρήσεις ώστε να «βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα
των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων».
Χαρακτηριστικό αυτής της πολιτικής είναι ότι ξεκίνησε από την παροχή κινήτρων για τους ερευνητές, ώστε να επιχειρήσουν αυτό το «άνοιγμα προς την παραγωγή» και κατέληξε (σήμερα: 5ο Πρόγραμμα – Πλαίσιο) στο να χρηματοδοτούνται μόνον προγράμματα που αποβλέπουν «στην παραγωγή τελικού προϊόντος ή υπηρεσίας33».
Ορισμένες από τις άμεσα ορατές συνέπειες αυτών των
επιλογών32 είναι οι ακόλουθες:
Οι εξελίξεις για το άμεσο μέλλον δυστυχώς δεν εμπνέουν
αισιοδοξία. Αν λάβουμε υπόψιν ορισμένα στοιχεία που έγιναν γνωστά για το
6ο Πρόγραμμα – Πλαίσιο, θα πρέπει να αναμένεται μάλλον επιδύνωση αυτών των
αρνητικών επισημάνσεων και συνεπειών.
Βεβαίως οι ευρωπαϊκές χώρες (πλήν Ελλάδας) διαθέτουν
«εθνική πολιτική για την έρευνα και την τεχνολογία», με την οποία
στηρίζουν τη βασική ερευνητική δραστηριότητά τους. Η εθνική αυτή πολιτική
επιτρέπει, αν δεν αφομοιωθεί πλήρως στον «ευρωπαϊκό χώρο έρευνας» του 6ου
Προγράμματος – Πλαισίου, την αντιστάθμιση των συνεπειών των όποιων επιλογών
ή και «αστοχιών» σε κοινοτικό επίπεδο.
Στην Ελλάδα, δύστυχώς, ακολουθούνται με υπερβάλλοντα
ζήλο και με μάλλον γραφειοκρατικό τρόπο οι νεοφιλεύθερες ευρωπαϊκές επιλογές
(όρα: «ασφαλιστικό», «Διακήρυξη της Μπολώνια»-«ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ,).
Επιπλέον, η «ιδιάζουσα» έως ουσιαστικά ανύπαρκτη εθνική πολιτική και η ασήμαντη
εθνική χρηματοδότηση για την έρευνα και την τεχνολογία, όχι μόνον δεν αποτελούν
επαρκές συμπλήρωμα και αντιστάθμισμα, όπου είναι απαραίτητο, των ευρωπαϊκών
επιλογών, αλλά αντιθέτως επιδεινώνουν τις συνέπειές τους.
Στη χώρα μας, οι σημαντικές κοινοτικές χρηματοδοτήσεις (ξεκινώντας από τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, γνωστά ως ΜΟΠ, και συνεχίζοντας μέχρι σήμερα) έδωσαν μια σημαντική, ίσως καθοριστική για την εκκίνηση – σε συνδυασμό με ορισμένους συγκυριακούς εγγενείς ευνοϊκούς όρους – αρχική ώθηση στην ερευνητική δραστηριότητα στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα της χώρας.
Επειδή όμως και σήμερα τα «ευρωπαϊκά προγράμματα» εξακολουθούν να αποτελούν την κυρίαρχη πηγή χρηματοδότησης, αυτά καθόρισαν και καθορίζουν, σε σημαντικό βαθμό, τους στόχους, τους όρους, τα ήθη, και τις μεθόδους άσκησης της ερευνητικής δραστηριότητας, όπως τα ορίζει ο «χρηματοδότης», με όλες τις άμεσες και μεσοπρόθεσμες συνέπειες που προαναφέρθηκαν για όλη την ευρωπαϊκή ένωση.
Όμως, δύο καθαρά ελληνικές «ιδιομορφίες» κάνουν τις συνέπειες για την ερευνητική δραστηριότητα της χώρας και τους έλληνες ερευνητές σχεδόν δραματικές.
Ποιές είναι αυτές οι ελληνικές «ιδιομορφίες»;
Αποτέλεσμα αυτής της «ιδιομορφίας» είναι : το ελληνικό κράτος (Υπουργείο Ανάπτυξης, ΓΓΕΤ, δείγματα: το νέο θεσμικό πλαίσιο για την έρευνα, νόμος για την αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων, Πρόγραμμα Ενίσχυσης Ερευνητικού Δυναμικού (ΠΕΝΕΔ) 2001, στα οποία αναφέρονται επόμενες ενότητες του κειμένου) επιχειρεί να επιβάλει «εκ των άνω» και σχεδόν «εν κενώ», μέσω διαφόρων «ερευνητικών προγραμμάτων», τη «σύμπραξη» των ερευνητών με τον ιδιωτικό τομέα των επιχειρήσεων, στοχεύοντας, όπως δηλώνεται, στην «ποιοτική αναβάθμιση και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους».
Εύλογη συνέπεια αυτού του ιδιόμορφου «εκ των άνω εκσυχγρονισμού» της ελληνικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, είναι τα «ερευνητικά έργα» να αποτελούν, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, βεβιασμένες συμπράξεις για κάλυψη αναγκών που σχεδόν εφευρίσκονται32,34.
Πρόκειται για μια σπατάλη πόρων και ερευνητικής προσπάθειας
με ασήμαντα αποτελέσματα. Κυρίως, πρόκειται για μια μακροχρόνια πρακτική
που περιθωριοποιεί και συρρικνώνει τη βασική έρευνα στα πανεπιστήμια και
τα ερευνητικά κέντρα.
Σύμφωνα με αυτή την επιλογή, ακόμη και το ΠΕΝΕΔ 2001
(που προκυρήχθηκε πρόσφατα), το οποίο αποτελεί τη μοναδική σχεδόν πηγή χρηματοδότησης
της ανεξάρτητης έρευνας, εντάσσεται πλέον στο «Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ανταγωνιστικότητας»
(ΕΠΑν) και προϋποθέτει εταίρο – ιδιωτική επιχείρηση για τη χρηματοδότηση
ακόμη και ενός υποψήφιου διδάκτορα καθώς και «παραδοτέο προϊόν» από τη διδακτορική
διατριβή που θα προκύψει (σε επόμενη ενότητα του κειμένου γίνεται αναλυτικότερη
αναφορά, στο θέμα αυτό).
Ο νόμος αυτός θέσπισε κίνητρα για την ανάπτυξη ερευνητικής
δραστηριότητας μέσα στα πανεπστήμια. Η κατάργηση του θεσμού της έδρας «απελευθέρωσε»
τις όποιες δημιουργικές δυνάμεις υπήρχαν μέσα στο πανεπιστήμιο. Όλα τα μέλη
της κοινότητας απέκτησαν (ή είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν) «προοπτική»,
κίνητρα και δυνατότητες για ένταξη σε ερευνητικές δραστηριότητες ή για την
ανάπτυξη ερευνητικής πρωτοβουλίας, σταδιακά «αυτοδύμα» ή περίπου.
Οι Ειδικοί Λογαριασμοί πρόσφεραν ένα πλαίσιο διαχείρισης
«ιδιωτικοοικονομικό» που επέτρεψε την υπέρβαση της «δυσκαμψίας» του δημόσιου
λογιστικού για τα εξωτερικά χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα και
ένα μηχανισμό υποστήριξης για να λειτουργήσει «ευέλικτα» ο επιστημονικός
υπεύθυνος – διαχειριστής του κάθε προγράμματος.
Με το νόμο πλαίσιο και τον Ειδικό Λογαριασμό δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για να ξεπεραστεί η «δυστοκία» του ελληνικού πανεπιστημίου για ανάπτυξη χρηματοδοτούμενων ερευνητικών πρωτοβουλιών.
Παράλληλα, άνοιξε το ελληνικό πανεπιστήμιο στην εισβολή του «ιδιωτικού» μέσα στην ακαδημαϊκή και δημόσια λειτουργία του. Οι δύο αυτές λειτουργίες πορεύτηκαν με μεγάλες αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις.
Οι διαμορφωμένες «ομάδες» μέσω της ισχύος που απέκτησαν «έσειραν» το πανεπιστήμιο σε νέες λειτουργίες και συνέβαλαν στη διαμόρφωση (και κάποτε επικράτηση) διαφορετικών αντιλήψεων για το ρόλο των μελών ΔΕΠ, της εκπαίδευσης, της έρευνα, αλλά και για το ρόλο του ίδιου του πανεπιστημίου.
Η νέα δυναμική αποτυπώθηκε, σε ορισμένα, «ευνομούμενα» θα λέγαμε, ιδρύματα στους «οδηγούς χρηματοδοτούμενης έρευνας» που θεσπίστηκαν, αλλά και στην πολιτική για την αξιοποίηση των σημαντικών πόρων από τα «διαθέσιμα του Ειδικού Λογαριασμού» που απέφερε η χρηματοδοτούμενη έρευνα.
Η αντιπαράθεση, που ήταν και παραμένει μεγάλη, ακδηλώνεται κυρίως γύρω από τα αιτήματα:
ι. να γίνει «συμφέρουσα για τους επιστημονικούς υπεύθυνους» των προγραμμάτων η διαχείριση στο πλαίσιο του ΑΕΙ, με απειλή, ρητή ή έμεση, ότι διαφορετικά οι επιστημονικοί υπεύθυνοι θα έβγαζαν εκτός ΑΕΙ τη διαχείριση των προγραμμάτων, με συνέπεια την απώλεια των αντίστοιχων πόρων για το ίδρυμα.
ιι. τα «διαθέσιμα κονδύλια του Ειδικού Λογαριασμού» να επστρέφουν, κυρίως, σ’ αυτούς που έχουν «φέρει» στο ίδρυμα τη χρηματοδότηση.
ιιι. να έχουν βαρύνουσα γνώμη, τουλάχιστον στα θέματα έρευνας, οι διαχειριστές των «μεγάλων προγραμμάτων».
Οι αντιπαραθέσεις αυτές συχνά καθορίζουν πλέον ή επιρρεάζουν
καθοριστικά και την επιλογή των πρυτανικών αρχών.
Το επόμενο βήμα ώστε και θεσμικά να καλυφθούν οι διαμορφωμένες,
ή υπό διαμόρφωση, δυνάμεις της «ευελιξίας» και της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας»
μέσα στο πανεπστήμιο έγινε με τη θεσμοθέτηση και λειτουργία των Ερευνητικών
Πανεπιστημιακών Ινστιτούτων (ΕΠΙ).
Η όποια «αδράνεια» που παρουσίαζε η ακαδημαϊκή λειτουργία των ΑΕΙ και των οργάνων τους για τη διαχείριση των ερευνητικών προγραμμάτων και η «δυσκαμψία» της εποπτείας από συλλογικά όργανα, ανέδειξαν την ανάγκη για ακόμη πιό «ευέλικτους» θεσμούς και διαδικασίες. Αυτό ήρθε και κάλυψε ο θεσμός των ΕΠΙ
Τα ΕΠΙ αναπτύσσουν δραστηριότητα όχι αμιγώς ερευνητική, δραστηριότητα που συχνά είναι ασυμβίβαστη με το ακαδημαϊκό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται και στο όνομα (με το κύρος) του οποίου λειτουργούν και χρηματοδοτούνται37 (βλέπε: προκήρυξη έργου «Δικτυωθείτε»38). Όλα αυτά σε αθέμιτο ανταγωνισμό με τους ιδιώτες ανταγωνιστές τους και μακριά από την όποια εποπτεία των ακαδημαϊκών οργάνων39.
Γρήγορα αναδείχθηκαν κάποια ΕΠΙ που υπεραναπτύχθηκαν
εις βάρος των ιδρυμάτων στα οποία ανήκουν.
Η ανάπτυξη της χρηματοδοτούμενης έρευνας στα πανεπιστήμια
συντελέστηκε με πολύ γρήγορους ρυθμούς.
Κάποια ποσοτικά στοιχεία που αφορούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, με σημαντικές επιδόσεις στον τομέα της χρηματοδοτούμενης έρευνας, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, αρκούν για να αναδείξουν τη δυναμική και την έκταση του φαινομένου. Τα στοιχεία αφορούν την κρίσιμη για την εξέλιξη του φαινομένου δεκαετία 1987-199740.
Οι εισροές για χρηματοδοτούμενη έρευνα πάσης φύσεως ήταν για το έτος 1987 : περίπου 300 εκατ. δραχμές, ενώ για το έτος 1997 : περίπου 10500 εκατ. δραχμές.
Η συμμετοχή σε χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα ήταν για το έτος 1987: 450 άτομα (κάθε ιδιότητας), ενώ για το έτος 1997: 2830 άτομα. Για ένα πρόσφατο έτος, συμμετοχή σε χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα είχαν το 60% των μελών ΔΕΠ, το 35% των μελών ΕΔΠ, το 51,5% του ΕΔΤΠ, το 26,3% του διοικητικού προσωπικού, το 50% των υποψηφίων διδακτόρων. Επιπλέον σε ένα σύνολο 2831 ατόμων συμμετείχαν 1634 εξωτερικοί για το ίδρυμα ερευνητές.
Μια απλοϊκή εικόνα που προκύπτει για το ίδιο έτος (1997) είναι η ακόλουθη: σε ένα σύνολο 400 χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, συμμετείχαν 336 μέλη ΔΕΠ και 2495 συνεργάτες. Δηλαδή, κατά μέσο όρο, ένα μέλος ΔΕΠ (κατά τεκμήριο επιστημονικός υπεύθυνος προγράμματος) διευθύνει, καθοδηγεί, συντονίζει και διαχειρίζεται τις αμοιβές περίπου 7,4 συνεργατών. Πρόκειται για μια μικρή δραστήρια επιχείρηση «έντασης γνώσης»! (και οι μέσοι όροι είναι πάντα απλοποιητικοί!).
Μια ακόμη απλοϊκή ανάγνωση των στοιχείων είναι η εξής:
στη δεκαετία 1987 –1997 έχουμε: 6πλασιασμό των συμμετεχόντων σε χρηματοδοτούμενη
ερευνητική δραστηριότα, 35πλασιασμό στις εισροές χρημάτων για αυτήν την
ερευνητική δραστηριότητα, αλλά δεν παρατηρείται ούτε καν διπλασιασμός στη
συνολική παραγωγή επιστημονικών δημοσιεύσεων. Για τη δεκαετία 1990-1999,
και για το σύνολο των 610 μελών ΔΕΠ του ΕΜΠ, οι επιστημονικές δημοσιεύσεις
από 240 αυξάνονται σε 38441. Ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα που μπορεί
να προκύψει είναι το ακόλουθο. Όσο αμφισβητούμενο ή μη ασφαλές κριτήριο
για την παραγωγή επιστημονικού έργου και αν θεωρηθεί ο αριθμός δημοσιεύσεων,
εντούτοις αυτό το στοιχείο είναι μια πολύ ισχυρή ένδειξη για το ότι αυτός
ο «ερευνητικός οργασμός» ναι μεν απεικονίζει τη μεγάλη προσπάθεια των ελλήνων
ερευνητών42 αλλά, μέσα στο πλαίσιο και με τους όρους που ασκείται,
μπορεί να μη συμβαδίζει με αντίστοιχη παραγωγή νέας γνώσης που διοχετεύεται
στην εκπαίδευση των φοιτητών του ιδρύματος.
Από τα «έσοδα» της χρηματοδοτούμενης έρευνας (τα διαθέσιμα
του Ειδικού Λογαριασμού από τις «κρατήσεις υπέρ του ΑΕΙ» και τους τόκους
της διαχείρισης) τα πανεπιστήμια διαθέτουν σήμερα σημαντικούς πόρους. Διαθέτουν
ένα ισχυρό μέσο για να ασκήσουν αναπτυξιακή πολιτική για την ερευνητική
και εκπαιδευτική τους λειτουργία.
Οι πολιτικές που επικράτησαν για την κατανομή και αξιοποίηση αυτών των διαθεσίμων των Ειδικών Λογαριασμών, έχουν δώσει πολλά και διαφορετικά δείγματα. Περιλαμβάνουν από τη χρηματοδότηση τριετών αναπτυξιακών προγραμμάτων των Τμημάτων, υποτροφίες, ενίσχυση των εκπαιδευτικών εργαστηρίων και λειτουργιών και των βασικών εξοπλισμών, έως «επικουρική ασφάλιση» προσωπικού ή άλλες πιό ακραίες επιλογές καθόλου ακαδημαϊκού τύπου43.
Μια από τις άμεσα ορατές συνέπειες αυτών των νέων λειτουργιών που εισήγαγε η χρηματοδοτούμενη έρευνα είναι ότι σήμερα στα πανεπιστήμια έχει επικρατήσει ένας ιδιόμορφος «επαγγελματισμός». Γνωρίσματά του είναι ο «ρεαλισμός» στην αντιμετώπιση των δεοντολογικών, ακαδημαϊκών και θεσμικών θεμάτων, με παράλληλη προβολή και επικράτηση αντίστοιχων κριτηρίων «αποτελεσματικότητας» στη λειτουργία του πανεπιστημίου.
Κύρος τείνει να αποκτείσει σήμερα όποιος έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίζει πόρους. Αυτός γίνεται ελκυστικότερος πόλος για τους νέους επιστήμονες – συνεργάτες, μεταπτυχιακούς φοιτητές (αλλά πλέον και προπτυχιακούς φοιτητές).
Στο κλίμα που τείνει να επικρατήσει θεωρείται ανεκτή, αν όχι αποδεκτή η αντιμετώπιση του εκπαιδευτικού έργου ως πάρεργου ή ως αναγκαίου κακού.
Οι αυξημένες δυνατότητες χρηματοδότησης που διαθέτουν σήμερα τα πανεπιστήμια δεν οδηγούν σε αντίστοιχη αύξηση των υποτροφιών. Αντίθετα παρουσιάζεται αύξουσα η χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών κυρίως φοιτητών από διάφορες πηγές (Υπουργείο Παιδείας, Ειδικός Λογαριασμός, κυρίως όμως ερευνητικά προγράμματα). Αυτές οι διαδικασίες αμοιβών, που περιλαμβάνουν από ατομικές επιλογές και σχέσεις του μεταπτυχιακού φοιτητή με τον επιστημονικό υπεύθυνο του προγράμματος (φαινόμενο μεγάλης κλίμακας) έως τα μικρότερα ποσά που διανέμονται «συλλογικά», έχουν εξελιχθεί σε μηχανισμούς μετατροπής των ακαδημαϊκών σχέσεων σε οικονομικές. Μια άμεση συνέπεια αυτής εξέλιξης είναι η εξάρτηση από τους «ισχυρούς» που «διαθέτουν τους πόρους». Αναπτύσσεται έτσι, ένας γενικευμένος μηχανισμός εκμαυλισμού των νέων ανθρώπων, οι οποίοι αντί να διαπαιδαγωγούνται ως νέοι υπό διαμόρφωση επιστήμονες μέσα στο κατάλληλο ακαδημαϊκό πλαίσιο σχέσεων, προϋπόθεση για την ακαδημαϊκή «ολοκλήρωσή» τους, «ντρεσάρονται» σύμφωνα με τα πρότυπα γρήγορης, εύκολης και άμεσης απολαβής.
Αν πάντα η σχέση διδάσκοντος – διδασκόμενου ήταν μια (ισχυρή) σχέση εξουσίας, αποδεκτή συνήθως λόγω του ρόλου, τώρα με τη διείσδυση της άμεσης οικονομικής διάστασης στις πανεπιστημιακές σχέσεις μετατρέπεται στην αγοραία – τρέχουσα μορφή σχέσεων και εξάρτησης. Έτσι το πανεπιστήμιο παύει να διαπαιδαγωγεί ακαδημαϊκά, όπως είναι ο ρόλος του και μετατρέπεται σε ένα συνήθη χώρο ανταλλαγής και ανταπόδοσης και όπως φαίνεται εκμαυλισμού και συναλλαγής.
Μια πολύ δυσάρεστη διαπίστωση είναι ότι με την επικρατούσα
κατάσταση σήμερα στα πανεπιστήμια μπορεί η πολιτεία να εξασφαλίσει την απαραίτητη
«κρίσιμη μάζα» για οποιαδήποτε παρέμβαση στα πανεπιστημιακά πράγματα, αρκεί
αυτή η παρέμβαση να συνοδεύεται και από κάποιο δέλεαρ χρηματοδότησης ή εξουσίας.
Ορισμένα πρόσφατα παραδείγματα είναι: η ίδρυση των Προγραμμάτων Σπουδών
Επιλογής (ΠΣΕ), τα Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών που οδηγούν σε Μεταπτυχιακό
Δίπλωμα Ειδίκευσης και όχι Διδακτορικό, τα έργα ΕΠΕΑΕΚ για τα «προπτυχιακά
προγράμματα σπουδών» του Β΄ΚΠΣ, τα νέα
Τμήματα, η «ανωτατοποίηση των ΤΕΙ».
Η «χρηματοδοτούμενη έρευνα» απέφερε στα πανεπιστήμια σημαντικούς πόρους. Με τους πόρους αυτούς αναπτύχθηκαν εργαστήρια, αποκτήθηκε εμπειρία, διαμορφώθηκαν ερευνητικές ομάδες, συνεργασίες, ανταλλαγές, νέοι επιστήμονες. Όμως όλα αυτά μέσα σε ποιές συνθήκες και με ποιό κόστος για το πανεπιστήμιο42,43, τη λειτουργία και το ρόλο του;
Με την ανάπτυξη της χρηματοδοτούμενης έρευνας εισέβαλε
σε μεγάλη κλίμακα το «ιδιωτικό» μέσα στην ακαδημαϊκή και δημόσια λειτουργία
του πανεπιστημίου. Η ανάπτυξη της χρηματοδοτούμενης έρευνας «δρομολόγησε»
την προοπτική «αναζητήστε χρηματοδότηση για να αναπτυχθείτε» ως ερευνητές,
ως εργαστήρια και ως ιδρύματα. Όμως, αυτός είναι και ο δρόμος της σταδιακής
απεμπλοκής της πολιτείας από την καταστατική της ευθύνη να στηρίζει τις
βασικές λειτουργίες έρευνας και εκπαίδευσης του δημόσιου πανεπιστημίου.
Αυτός είναι ο δρόμος της «ωρίμανσης» των συνθηκών για να εγκαταληφθούν τα
πανεπιστήμια στην «αυτοτελή» τύχη τους (και επέρχεται το σχέδιο νόμου για
την «αυτοτέλεια των ΑΕΙ»). Αυτός είναι επίσης ο δρόμος για την επικράτηση
της «αποτελεσματικότητας» και της «ανταγωνιστικότητας» ως καθοριστικών κανόνων
στη λειτουργία των πανεπιστημίων και στη συνέχεια ως βασικών κριτηρίων –
δεικτών για την «αξιολόγηση των ΑΕΙ»44,45,46 (και επέρχεται το
«Εθνικό Σύστημα Αξιολόγησης των ΑΕΙ» και ο «Χωροταξικός και στρατηγικός
σχεδιασμός ανάπτυξης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης» και η χρηματοδότηση της
αρχικής εφαρμογής τους από το Γ΄ΚΠΣ).
Μια δυσοίονη εκτίμηση των εξελίξεων που θα ακολουθήσουν
στα θέματα της έρευνας προκύπτει από τις επερχόμενες παρεμβάσεις της πολιτείας
στον τομέα αυτό:
Με το νόμο αυτό εξασφαλίζονται οι προϋποθέσεις για
την «εμπορική εκμετάλλευση της παραγόμενης γνώσης και των ερευνητικών
αποτελεσμάτων». Μεταξύ άλλων αναφέρεται:
«Τα ερευνητικά αποτελέσματα και η γνώση που παράγεται σε ερευνητικά κέντρα, εκπαιδευτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις ή άλλους οργανισμούς στην Ελλάδα και το εξωτερικό μπορούν να αξιοποιηθούν οικονομικά με διάφορους τρόπους, και ιδίως:
α. Απ’ ευθείας εμπορική αξιοποίηση με την παραγωγή
και διάθεση προϊόντων ή παροχή υπηρεσιών από τον ίδιο φορέα στον οποίον
παράγεται η γνώση.
Στην περίπτωση που ο φορέας είναι ίδρυμα της τριτοβάθμιας
εκπαίδευσης, οι δραστηριότητες μπορεί να αναλαμβάνονται από τις εταιρείες
αξιοποίσης και διαχείρισης της περιουσίας τους.
β. Εκχώρηση εμπορικής αξιοποίησης με τη διάθεση από τον φορέα παραγωγής γνώσης άδειας εμπορικής εκμετάλλευσης της γνώσης, έναντι τιμήματος που καθορίζεται με σύμβαση εκχώρησης σε άλλο οργανισμό ή επιχείρηση οποιασδήποτε μορφής.
γ. Θυγατρικές επιχειρήσεις αξιοποίησης με τη δημιουργία από τον φορέα παραγωγής της γνώσης, θυγατρικής επιχείρησης οποιασδήποτε μορφής για την εμπορική εκμετάλλευση αυτής, με τη συμμετοχή του φορέα γνώσης σε από κοινού δραστηριότητα εκμετάλλευσης με άλλους οργανισμούς ή επιχειρήσεις.
δ. Τεχνολογικές επιχειρήσεις επιστημόνων, τεχνολόγων
και ερευνητών με τη δημιουργία επιχειρηματικής δραστηριότητας από τα φυσικά
πρόσωπα που παρήγαγαν εμπορικά εκμεταλλεύσιμες γνώσεις, στην οποία μπορεί
να συμμετέχει με οποιοδήποτε τρόπο ο φορέας στον οποίον παράχθηκαν οι γνώσεις
καθώς και τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα».
Πρόκειται για τροποποίηση των διατάξεων του νόμου 1514/1985
που καθορίζει τα της έρευνας. Ορισμένα χαρακτηριστικά των νέων παρεμβάσεων
και των κυρίαρχων αντιλήψεων είναι τα ακόλουθα:
Ορίζεται τι είναι «Ερευνητικός» και «Τεχνολογικός φορέας».
«Ερευνητικός φορέας είναι τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που έχουν ως κύριο σκοπό την επιστημονική και τεχνολογική έρευνα, την πειραματική ανάπτυξη και επίδειξη, την διάδοση και εφαρμογή των αποτελεσμάτων της έρευνας, την οικονομική τους εκμετάλλευση είτε από τους ίδιους ή και τους εργαζόμενους σ’ αυτούς είτε από τρίτους».
Ορίζεται επίσης ότι «Ερευνητές είναι επιστήμονες, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται για τη δημιουργία νέων ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων, διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων. Ανάλογα με το ερευνητικό έργο τους, τη διεθνή αναγνώρισή τους και τη συμβολή τους στην εκμετάλλευση των επιστημονικών και τεχνολογικών γνώσεων, οι ερευνητές κατατάσσονται σε πέντε βαθμίδες: Διευθυντή ερευνητή, ερευνητή Α, Β, Γ και Δ.»
Θεσμοθετείται το «Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας (ΕΣΕΤ)», σε αντικατάσταση του «Εθνικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Έρευνας (ΕΓΣΕΤ)». «Ως μέλη του ΕΣΕΤ διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης καθηγητές και ερευνητές Α΄και Β΄βαθμίδας, διευθυντές ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων, στελέχη του ευρύτερου δημόσιου τομέα και στελέχη επιχειρήσεων με σημαντική ερευνητική πείρα». Τα μέλη του ΕΣΕΤ κατανέμονται σε: «α) Επιτροπές αξιολόγησης των ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων και προγραμμάτων, β) Επιτροπές κρίσεως των διευθυντών των ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων, γ) Επιτροπές επιστημονικής και τεχνολογικής πολιτικής».
Σε άρθρο που αφορά τις αποδοχές ερευνητικού προσωπικού ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων, αναφέρονται: «Επίδομα αποδοτικότητας που καθορίζεται με κυμαινόμενο συντελεστή ως 130% επί του βασικού μισθού και υπολογίζεται για τους Ερευνητές και Ειδικούς Λειτουργικούς Επιστήμονες από τη Διοίκηση του Ερευνητικού Κέντρου ή αυτοτελούς Ερευνητικού Ινστιτούτου, με βάση τα ποσά των κονδυλίων που εισρέουν στον ερευνητικό φορέα από τα προγράμματα ή έργα χρηματοδοτούμενα, εκτός του κρατικού προϋπολογισμούκαι στα οποία συμμετέχει ενεργά ο ερευνητής, ή από εκμετάλλευση τεχνογνωσίας και ερευνητικών αποτελεσμάτων...».
Σε άρθρο που αφορά θέματα των επιστημονικών και τεχνολογικών πάρκων (ΕΤΠ) και της ΕΔΕΤ ΑΕ (Ανώνυμος Εταιρεία «Εθνικό Δίκτυο Έρευνας και Τεχνολογίας» του Υπουργείου Ανάπτυξης), αναφέρονται: «Τα ΕΤΠ έχουν τη μορφή ανωνύμου εταιρείας...στο κεφάλαιο και τη διοίκηση της οποίας μπορεί να μετέχουν το Δημόσιο και κάθε φύσης νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου με κερδοσκοπικό ή μη χαρακτήρα». Επίσης: «Η ΕΔΕΤ ΑΕ μπορεί να αναθέτει την εκπόνηση μελετών, την εκτέλεση έργων και προμηθειών και την παροχή υπηρεσιών, κατά παρέκκλιση από κάθε κείμενη διάταξη, πλην εκείνων της ΕΕ, σύμφωνα με όρους και διαδικασίες που προβλέπονται από ειδικούς κανονισμούς που καταρτίζονται από την ΕΔΕΤ ΑΕ και εγκρίνονται από τον Υπουργό Ανάπτυξης....Οι διατάξεις αυτές μπορεί να εφαρμόζονται αναλόγως και για άλλους ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς».!!!
Σε προηγούμενη παράγραφο αναφέρεται: «Οι ερευνητικοί
φορείς ......που έχουν σκοπό την εφαρμογή και αξιοποίηση αποτελεσμάτων της
επιστημονικής έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης απαλλάσσονται από δασμούς,
φόρους, τέλη οποασδήποτε φύσης και το φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) για
τα εισαγόμενα ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο προμηθευόμενα ερευνητικά όργανα, εξαρτήματά
τους και άλλα, κάθε φύσης υλικά εξοπλισμού που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση
των σκοπών λειτουργίας τους. Επίσης απαλλάσσονται από κάθε φόρο μεταβίβασης
ακίνητων και κινητών αξιών». Στο σημείο αυτό αρκεί να αναφερθεί ότι αυτά
τα «προνόμια» δεν ισχύουν για τους φορείς όπου, κατά τεκμήριο, πραγματοποιείται
η επιστημονική έρευνα, τα πανεπιστήμια!
«Η ΓΓΕΤ καλεί το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό
των ΑΕΙ και των ΤΕΙ, των ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων που εποπτεύονται
από τη ΓΓΕΤ ή άλλους δημόσιους φορείς, να υποβάλουν προτάσεις για εκτέλεση
ερευνητικών έργων τα οποία θα αφορούν εκπαίδευση νέων ερευνητών και εκπόνηση
διδακτορικής διατριβής στο πλαίσιο του ΠΕΝΕΔ, το οποίο αποτελεί δράση του
Επιχειρησιακού Προγράμματος για την Ανταγωνιστικότητα (ΕΠΑν)2000-2006».
Μεταξύ των στόχων του ΠΕΝΕΔ είναι:
Μεταξύ των κριτηρίων αξιολόγησης των προτάσεων είναι
και η «Επίτευξη στόχων του Επιχειρησιακού Προγράμματος για την Ανταγωνιστικότητα»
και περιλαμβάνει: «Προβλεπόμενη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του φορέα
χρήστη με την εφαρμογή αποτελεσμάτων: σχέση ερευνητικού αποτελέσματος με
βελτίωση παραγομένων προϊόντων ή χρησιμοποιούμενων μεθοδολογιών, όφελος
που θα προκύψει από την εκτέλεση του έργου σε σχέση με το κόστος του. Ανάπτυξη
μονιμότερης συνεργασίας του παραγωγικού φορέα με τον ερευνητικό φορέα».
Η μικρή κλίμακα αφορά τη δημιουργία Κέντρων χωρίς νομική υπόσταση, δίνει τη δυνατότητα να συγκροτηθεί από μικρό αριθμό μελών ΔΕΠ στη βάση της συγγένειας του γνωστικού και ερευνητικού αντικειμένου, στο εσωτερικό των Τομέων ή των Τμημάτων.
Δεν τεκμηριώνεται με κανένα τρόπο η αναγκαιότητα αυτού του νέου θεσμού, των Κέντρων, δεδομένου ότι με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, οι ερευνητικές ομάδεςμπορούν να αναπτύσσουν ερευνητικές δραστηριότητες στο πλαίσιο του Ειδικού Λογαριασμού. Η πανεπιστημιακή κοινότητα δεν πρέπει να ανεχθεί τη μετατροπή των ερευνητικών ομάδων που έχουν σχηματισθεί για τη συνεργασία και την ερευνητική τους ανάπτυξη , σε έναν ανεξέλεγκτο μηχανισμό που υπηρετεί τη μικροδομή της πανεπιστημιακής εξουσίας και που προβλέπεται να εξελιχθεί σε «Εδρα νέου τύπου».
Η μεσαία κλίμακα οργάνωσης της ερευνητικής δραστηριότητας αφορά τη συγκρότηση και λειτουργία των Πανεπιστημιακών Ερευνητικών Ινστιτούτων(ΕΠΙ) με νομική υπόσταση ΝΠΙΔ, τα οποία θα λειτουργούν στο πλαίσιο ενός Πανεπιστημίου. Τα ΕΠΙ έχουν τα χαρακτηριστικά λειτουργίας μιας ιδιωτικής επιχείρησης με την κυριολεκτική έννοια του όρου, η οποία, λόγω ειδικών προνομίων, ανταγωνίζεται με «αθέμιτους όρους» τις αντίστοιχες αμιγώς ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως συχνά καταγγέλλεται απ΄αυτές.
Θα μπορούσε κανείς να αποδεχθεί τη θεσμοθέτηση μεγάλων ερευνητικών εργαστηρίων και τη συνεργασία επιστημόνων σε διατμηματικό και διεπιστημονικό επίπεδο με θεσμικό πλαίσιο οργάνωσης, διοίκησης, ελέγχου και διαχείρισης σύμφωνα με τα ακαδημαϊκά πρότυπα, χωρίς τη νομική υπόσταση ΝΠΙΔ, στο πλαίσιο της κανονικής λειτουργίας του πανεπιστημίου.
Τα προτεινόμενα ΕΠΙ συνιστούν θεσμοθέτηση, σε δεύτερο επίπεδο - το ισοδύναμο μιας επιχείρησης, των πιο «ώριμων» λειτουργιών και ομάδων της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» που αναπτύσσονται μέσα στα Πανεπιστήμια.
Το θεσμικό πλαίσιο που κατατέθηκε προβλέπει επίσης τη δημιουργία ΕΠΙ μεγάλης κλίμακας, διαπανεπιστημιακού χαρακτήρα, ένα τρίτο επίπεδο οργάνωσης της ερευνητικής δραστηριόητας.
Ο θεσμός αυτός αφορά και συνδέεται με μια πολιτική
έρευνας σε εθνικό επίπεδο. Η σχέση του με τα ΑΕΙ συνακόλουθα, δεν μπορεί
παρά να κινείται στα πλαίσια αλληλοτροφοδότησης σε επιστημονικό δυναμικό
και τεχνογνωσία κατά τα πρότυπα των εθνικών κέντρων ερευνών. Τέτοιου είδους
Ινστιτούτα μπορούν να δημιουργούνται και να λειτουργούν με το θεσμικό
πλαίσιο των ερευνητικών κέντρων εκτός ΑΕΙ, χωρίς τη διαμεσολάβηση των πανεπιστημιακών
οργάνων.
Τα προβλήματα που έχουν ανακύψει με τη λειτουργία πληθώρας Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών(ΠΜΣ) στα ελληνικά πανεπιστήμια, υπερβαίνουν κατά πολύ τις ρυθμίσεις αυτού του νομοσχέδιου. Είναι γνωστό ότι το σύνολο σχεδόν των ΠΜΣ δημιουργήθηκαν με τα χαρακτηριστικά της υλοποίησης έργου στα πλαίσια των χρηματοδοτήσεων από το Β΄ ΚΠΣ.
Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη ενότητα: με δέλεαρ τη χρηματοδότηση από το Β΄ΚΠΣ τέθηκε σε λειτουργία μαζικά ο θεσμός Μεταπτυχιακών Σπουδών του συγκεκριμένου τύπου που επέβαλε το ΥΠΕΠΘ (κυρίως μικρής διάρκειας, με χορηγούμενο τίτλο το μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης, ΜΔΕ) ενώ οι Μεταπτυχιακές Σπουδές που οδηγούν σε Διδακτορικό δεν ήταν «επιλέξιμες» και γι’ αυτό όχι μόνον δεν ενισχύθηκε η λειτουργία τους, αλλά ούτε καν εγκρίθηκαν (με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις που διέλαθαν).
Είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή, τα πανεπιστήμια με την εμπειρία της λειτουργίας των ΠΜΣ, στο πλαίσιο της θεσμικής τους λειτουργίας, να τα αποτιμήσουν με ακαδημαϊκά κριτήρια και όχι με κριτήρια «αγοραίας ανταγωνιστικότητας» και να προχωρήσουν στις κατάλληλες αλλαγές ή ακόμα και στη σταδιακή κατάργηση όσων δεν πληρούν τις ακαδημαϊκές προϋποθέσεις λειτουργίας.
Θα πρέπει να εξαντλούνται όλες οι δυνατότητες για την αναβάθμιση των προπτυχιακών και τη δημιουργία ΠΜΣ σε γνωστικά αντικείμενα συγκεκριμένου περιεχομένου που δεν καλύπτονται από τις προπτυχιακές σπουδές. Η ασφαλιστική δικλείδα των διατμηματικών μεταπτυχιακών σπουδών, δεν λειτουργεί κατ΄ανάγκη ενισχυτικά στην κατεύθυνση αυτή, γιατί σε αρκετές περιπτώσεις η διατμηματικότητα οδηγεί στη διεύρυνση των προγραμμάτων τους, με πληθώρα γνωστικών αντικειμένων, σεμιναριακού τύπου και συχνά προπτυχιακού επιπέδου.
Για την ίδρυση νέου Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών, μια από τις προϋποθέσεις που θέτει το νομοσχέδιο είναι η τεκμηρίωση της οικονομικής βιωσιμότητάς του, χωρίς να εξασφαλίζεται η χρηματοδότησή του από τους δημόσιους πόρους του αντίστοιχου ΑΕΙ ή Τμήματος. Αυτό οδηγεί αναπόφευκτα στην επιβολή διδάκτρων ή στην αναζήτηση άλλων πόρων.
Το νομοσχέδιο θεσμοθετεί ένα μηχανισμό «κάθετο» από το ΥΠΕΠΘ στα ΑΕΙ με τον οποίο θα εποπτεύονται και θα ελέγχονται ουσιαστικά οι Μεταπτυχιακές Σπουδές και η πανεπιστημιακή έρευνα.
Θεσμοθετείται:
Το Ινστιτούτου Πανεπιστημιακής Έρευνας και Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΙΠΕΜΕΣ), στο Υπουργείο Παιδείας, «ως ενδιάμεσο όργανο μεταξύ Πολιτείας και ΑΕΙ».
Και η Επιτροπή Μεταπτυχιακών Σπουδών και Ερευνας (ΕΜΣΕ), σε κάθε ΑΕΙ, ενώ περιορίζεται σε καθαρά διαχειριστικό ρόλο η Επιτροπή Διαχείρισης Ειδικού Λογαριασμού.
Από τις αρμοδιότητες του ΙΠΕΜΕΣ και από τον αδιαφανή
τρόπο συγκρότησής του (πλήρης έλεγχος του Υπουργού) αναδεικνύονται ορισμένα
σημαντικά προβλήματα:
Με τη συγκεκριμένη μορφή δεν τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα
του θεσμού του ΙΠΕΜΕΣ.
Η οργάνωση της πανεπιστημιακής έρευνας από τα ανώτατα
εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας μπορεί και πρέπει να γίνει αντικείμενο διαχείρισης
από τους δικούς τους ακαδημαϊκούς θεσμούς, χωρίς περιττούς μηχανισμούς κηδεμονίας
από το ΥΠΕΠΘ ή από άλλους κρατικούς φορείς και κάθε είδους χρηματοδότες.
Στην Ελλάδα, όπου «μόνο η χρήσιμη και ανταγωνιστική
έρευνα έχει νόημα και χρηματοδοτείται», όπως δηλώνει δημοσίως αρμόδιος κυβερνητικός
παράγων, η περιθωριοποίηση της βασικής ερευνητικής δραστηριότητας στα
ελληνικά ιδρύματα, θα έχει ως συνέπεια την περιθωριοποίηση και υποβάθμιση
της ίδιας της πανεπιστημιακής λειτουργίας. Και αυτό με τη διττή έννοια:
Αφ’ενός γιατί συρρικνώνεται η έρευνα που παράγει νέα γνώση η οποία διαχέεται
στην εκπαίδευση. Αφ’ετέρου γιατί δεν επιτρέπει την αναπαραγωγή του
ακαδημαϊκού δυναμικού (διδακτικού και ερευνητικού) μέσα στους ίδιους
ακαδημαϊκούς θεσμούς.
Αυτή όμως η πολιτική, ρητή ή έμμεση, αποδίδει ένα ρόλο περιφερειακό στο εκπαιδευτικό και ερευνητικό σύστημα της χώρας.
Πρέπει να υπάρξει συγκροτημένη αντιπαράθεση για να
αποτραπεί η περιθωριοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων και ερευνητικών
κέντρων που επιτελείται στο πλαίσιο του «εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας».
Οι πρόσφατες εξελίξεις («ασφαλιστικό») δείχνουν ότι αυτές οι επιλογές δεν
είναι μονόδρομος, ούτε για τη χώρα μας, αλλά ούτε και για την Ευρώπη.
Ορισμένα ερωτήματα στα οποία υποτίθεται ότι απαντούν
οι παρεμβάσεις της ΕΕ και της ελληνικής κυβέρνησης.
Είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρξει συγκροτημένη
αντιπαράθεση για να αποτραπούν η απορρύθμιση και η περιθωριοποίηση των ελληνικών
πανεπιστημίων που επιτελούνται στο πλαίσιο του «εκσυγχρονισμού της ελληνικής
κοινωνίας».
Οι πρόσφατες εξελίξεις (όπως η γενικευμένη αντίδραση στην προκλητική ακύρωση κοινωνικών κατακτήσεων μέσω του «ασφαλιστικού» ή οι κινητοποιήσεις με αφορμή το νομοσχέδιο για τα ΤΕΙ) δείχνουν ότι αυτές οι επιλογές δεν είναι μονόδρομος, ούτε για τη χώρα μας, αλλά ούτε και για την Ευρώπη.
Ελπίζουμε ότι η προϊούσα αποδιοργάνωση της συλλογικότητας
στο πανεπιστήμιο δεν έχει ακόμη φτάσει σε μη αντιστρεπτό επίπεδο.